Με το The zero years ο Νίκος Νικολαίδης ολοκληρώνει μια τριλογία που άνοιξε το 1975 με το Ευριδίκη ΒΑ 2037 και συνεχίσθηκε με το Πρωiνή περίπολος, το 1987.

Η πρώτη του ηρωίδα, Ευρυδίκη, αφού τελικά κατόρθωσε να βγει από το πολιορκημένο σπίτι της και να περιπλανηθεί σε κατεστραμμένες πόλεις του μέλλοντος, στη συνέχεια επέστρεψε στο σπίτι/μήτρα. Οι εικόνες που συγκέντρωσε έξω, ανάμεσα στον εχθρικό Άλλον, την ανάγκασαν σε αυτή την ανάστροφη πορεία. Μέχρι να κάνει την έξοδό της προς το αντίπαλο στρατόπεδο, σε ένα είδος αναγνώρισης του «ξένου» εδάφους, προσπαθούσε να προστατευθεί από τον κίνδυνο που δεν βρισκόταν μόνον έξω από το σπίτι αλλά εγκατοικούσε και μέσα σ’ αυτό: σαν ο «ξένος» που τριγύριζε έξω από τους τοίχους να είχε εγκατασταθεί με μια άλλη του μορφή στο εσωτερικό αυτού του κοκούν.

Αφού, λοιπόν, πέρασε μέσα από το ισοπεδωμένο, εξωτερικό τοπίο και απέφυγε προσωρινά τις περιπόλους, αναγκάσθηκε να επιστρέψει σε ένα φαινομενικά ιδιωτικό χώρο, ελεγχόμενο αυτή τη φορά ολοκληρωτικά από τις δυνάμεις καταστολής.

Η σύγκρουση ανάμεσα στο ιδιωτικό και στο συλλογικό (εκφρασμένο, μάλιστα, ως μία οιονεί καταπιεστική εξουσία), είναι ένα σταθερό σεναριακό στοιχείο στις ταινίες του Νίκου Νικολαίδη. Και στις εννέα, μέχρι σήμερα, δημιουργίες του επιχειρείται μία χαρτογράφηση αυτών των δύο χώρων.

Ο ιδιωτικός χώρος δεν είναι πάντοτε αρμονικός. Μόνο στη Γλυκειά συμμορία συνοχή μεταξύ των πολιορκημένων ηρώων. Εάν στα Κουρέλια τραγουδάνε ακόμα ακούγεται ένα ρέκβιεμ για τη φθορά, που φέρνει ο χρόνος και η καταστολή, ακόμα και των πιο στενών σχέσεων, στο Singapor sling ή στο Θα σε δω στην Κόλαση αγάπη μου, το «άβατο» της ιδιωτικής ζωής περιγράφεται εφιαλτικά. Σαν να έχει περάσει η μόλυνση στο εσωτερικό αυτό και το έχει καταστρέψει οριστικά.

Στο Τhe zero years, η γεωγραφία αυτού του «ασύλου», που κάποτε μπορεί και να πρόσφερε κάποια ασφάλεια στους τροφίμους του, σήμερα είναι τελείως ελεγχόμενο από την Εξουσία. Ο Big Brother, παρατηρεί και επιβάλλει τους κανόνες του. Οι τέσσερις γυναίκες, που είναι αναγκασμένες να συμβιώσουν, προσφέρουν τις σεξουαλικές τους υπηρεσίες χειραγωγημένες από καφκικές δυνάμεις.

Ο φακός, εξ επαφής σχεδόν στα πρόσωπα, δημιουργεί ένα κλειστοφοβικό κλίμα και μια «σκηνική», μπαρόκ ατμόσφαιρα, χωρίς, όμως, αυτή να απωθεί, παρά τους σκληρούς της τόνους. Αυτό συμβαίνει, χάρη σε έναν υπόγειο, εξαγνιστικό, θάλεγε κανείς, σαρκασμό, στο «μαύρο» χιούμορ της διαχείρισης του υλικού, που μετατρέπει το ζοφερό, με μια υπόγεια, αδυσώπητη μουσική, σε εικόνα αληθινής, αμεταποίητης ζωής.

Τα ζεύγη των αντιθέτων δυνάμεων (οι «μέσα» και οι «εξω»), εδώ έχοντας χάσει τη διαχωριστική γραμμή, που θα μπορούσε να τα κρατήσει σε κάποια τυπική απόσταση, όπως στην Ευριδίκη.., θα νόμιζε κανείς ότι είναι αδιαφοροποίητα. Και, όμως, όπως συμβαίνει με τον εξορισμένο του Σολτζενίτσιν στο Μια μέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς, που διατηρεί κάποιο εσωτερικό απυρόβλητο με την καθημερινή του σιωπηρή αντίσταση, οι τέσσερις γυναίκες προσπαθούν να οργανώσουν, έστω χωρίς συνέπεια, με τρέλλα, κρυψίνοια, αλληλοεπιβουλή και παραφορά, τον ιδωτικό τους χώρο.

Σ' αυτό το παράλογο τοπίο εισέρχεται ο Ν.Κ. και παρασύρει με ένα ακόμα φιλμ noir, στην κυριολεξία, όπου το γκρίζο κάποτε λευκαίνει με το λάιτ μοτίβ των μικρών κοριτσιών που βγαίνουν από το υπόγειο τούνελ.

Μπορεί κανείς να εισπράξει την ταινία οριακά, με ένα μήνυμα που μπορεί, ίσως, να περικλεισθεί στη φράση «πόλεμος κατά πάντων» ( και εναντίον του εαυτού μας, φυσικά). Γιατί οι ηρωίδες εδώ- όπως σχεδόν κάνει και η πλειοψηφία των ηρώων του Νικολαίδη- στρέφονται και εναντίον της ύπαρξής τους, απόλυτα απελπισμένες.

Μόνο που ο πόλεμος δεν τέλειωσε, όπως θάλεγε και ο Αλέν Ρενέ κάποτε, γιατί στο τελικό πλάνο όταν η Βίκυ Χάρις επιστρέφει στο ιδιότυπο κοκούν απογοητευμένη από την εικόνα των έξω, δηλώνει ότι είναι χαρούμενη που ξαναβρίσκεται ανάμεσα στις «συγκρατούμενές» της.

Η «Κόλαση» είναι, πάντα, «οι άλλοι», όπως έλεγε ο Σαρτρ, και αυτός ο παράγοντας καθορίζει τα πάντα και ισοπεδώνει το χρόνο, κάνοντας το χθες να μοιάζει με το σήμερα και το αύριο. Ο Νικολαίδης, παρότι δέχεται αυτή την υπαρξιστική αλήθεια, κρατάει πάντα σταθερό το βλέμμα (κα) προς τον εξουσιαστικό, θεσμικό εχθρό, που είναι πιο ορατός, από τον εσωτερικό, το βαθύτερο εαυτό μας.

Οι κοπέλλες κάνουν τη «θητεία» τους και ξέρουμε ότι κάθε τέτοια υποχρέωση κάποτε γίνεται ληξιπρόθεσμη...

ΤΑΣΟΣ ΓΟΥΔΕΛΗΣ