Τριάντα χρόνια πέρασαν εν ριπή οφθαλμού από την πρώτη ταινία μεγάλου μήκους του Νίκου Νικολαίδη, την «Ευρυδίκη Β.Α. 2037», όταν ο κορυφαίος σκηνοθέτης στην Ελλάδα (και το εννοώ!) άνοιξε τον θεματικό κύκλο του με τίτλο «το σχήμα του εφιάλτη που έρχεται» – την ίδια εποχή που η κατεστημένη αριστερή κριτική και κινηματογραφία στη χώρα μας ονειρευόταν παγκόσμιους σοσιαλιστικούς παραδείσους– και συνέχισε με την προφητική ελεγεία του επερχόμενου πυρηνικού ολοκαυτώματος στην «Πρωινή Περίπολο», την κορυφαία ελληνική ταινία όλων των εποχών.

Τώρα με το «The Zero Years» κλείνει ουσιαστικά αυτή του την προβληματική, όντας απόλυτα δικαιωμένος για την ιλιγγιώδη πορεία του ανθρώπινου γένους προς τον αφανισμό. Οι παλιές οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και πολιτιστικές δομές καταρρέουν και οι καινούργιες δεν έχουν ακόμη εμφανιστεί. Ολόκληρος ο παγκόσμιος πολιτισμός βρίσκεται σε ένα μεταβατικό στάδιο και το μέλλον φαντάζει δυσοίωνο και εφιαλτικό. Τα «Zero Years» λοιπόν είναι εδώ, παρόντα και είτε θέλουμε, είτε όχι θα τα υποστούμε στο πετσί μας.

Ο Νίκος Νικολαίδης ως γνήσιος ενορατικός καλλιτέχνης, ο μόνος δυστυχώς που έχουμε στην Ελλάδα, μάς δίνει μέσα από την καινούργια του ταινία μία μικρή γεύση του τι μας περιμένει. Γιατί η Νέα Εποχή (όχι η Νέα Τάξη Πραγμάτων) απαιτεί και νέα γλώσσα, νέα σύμβολα, νέα αρχέτυπα, νέα θρησκεία, αλλά αυτά ακόμη δεν έχουν εμφανιστεί στο προσκήνιο, και ίσως να μην προλάβουν κιόλας. Γιατί με εκατοντάδες κάμερες παντού στις δυτικές μητροπόλεις να παρακολουθούν τους κατ’ όνομα πολίτες τους, με τόνους χημικών και συνθετικών ναρκωτικών να «καίνε» τους εγκεφάλους των «ανήσυχων» νέων μας, με παγιδευμένα τηλέφωνα κινητά και ακίνητα και τον Μεγάλο Αδελφό να μας παρακολουθεί μέσα και έξω από το σπίτι μας, με γιγαντιαία υπερφωτισμένα πολυεθνικά στρατόπεδα καταναγκαστικής κατανάλωσης εντελώς άχρηστων προϊόντων, με χρεωμένους μέχρι το λαιμό από τις πιστώσεις σύγχρονους εργάτες-σκλάβους που φοβούνται ακόμη και τον ίσκιο τους, με ψυχιάτρους που εξαφανίζουν με τοξική καταστολή οποιαδήποτε υγιή αντίδραση του ψυχισμού απέναντι στη θεσμική πανούκλα, με ένα παγκόσμιο δημόσιο σύστημα υγείας και παιδείας διαλυμένο, με το κλίμα να αλλάζει αλματωδώς και να μας δείχνει τα δόντια του, αλλά και με τα ρομπότ με τεχνητή νοημοσύνη μαζί με τους εναπομείναντες ανθρώπους-κλώνους να αναλαμβάνουν οσονούπω το τιμόνι του «διαστημοπλοίου γη», τι μπορεί να περιμένει κανείς;

Όπως λέει στο σημείωμα για την ταινία του και ο σκηνοθέτης, ο μοναχικός αυτός ποιητής της παρακμής: «Τέσσερις στειρωμένες γυναίκες περνούν τη θητεία τους μέσα σ’ ένα κρατικό οίκο ανοχής. Εκεί που η μνήμη της ελευθερίας οδηγεί σε αυτοκτονία, βιασμό, υστερία, φύτεμα του φόβου, και σε εικονικές αποβολές ανάπηρων εμβρύων. Φριχτά δικαιωμένος που ο εφιάλτης προχωράει κατά κει που υπολόγιζα, δεν έχω να πω τίποτα άλλο». Η σκηνοθεσία του Νικολαίδη είναι ιδιαιτέρως λιτή, τα κάδρα σφιχτά και η ζωή των τραγικών γυναικών που βλέπουμε μέσα στο ετοιμόρροπο σπίτι δεν είναι παρά η οδυνηρή αντανάκλαση της ζωής του εξωτερικού κόσμου, όχι αυτού που συμβαίνει απλώς κατά τη διάρκεια της εδραίωσης της νέας εποχής, αλλά εκείνου μετά το πέρας της. Όλες οι δυσοίωνες προβλέψεις δείχνουν πως επαληθεύτηκαν αλλά ως ακτίδα φωτός μέσα στο απόλυτο σκοτάδι της ολοκληρωτικής παρακμής λάμπει η συντροφικότητα των ηρωίδων που παρόλα τα βάσανα τους συνωμοτούν από κοινού ενάντια στον ανηλεή κρατική βία και καταστολή.

Η ταινία μοιάζει με μαρτυρία ημερολογίου που όμως του λείπουν αρκετές σελίδες και έτσι με διαδοχικά φοντύ στο τέλος κάθε σκηνής διαλύεται η γραμμικότητα της αφήγησης και σε συνδυασμό με τη χρήση κάποιων λαιτ μοτίφ όπου οι ηρωίδες ονειρεύονται τη φυγή τους στη θάλασσα αλλά και κάποιων μικρών παιδιών που ξεπροβάλουν μέσα από τους υπονόμους, το φιλμ αποκτάει πλαστικότητα ως προς τη μορφή. Η μουσική όντας μινιμαλιστική δημιουργεί την κατάλληλη ατμόσφαιρα που απαιτεί η δραματουργία στις διαφορετικές σκηνές που συνθέτουν την ταινία και υποβάλλει στο θεατή την αίσθηση του ανείπωτου εφιάλτη. Κάποια θραύσματα από τα λόγια των έγκλειστων ηρωίδων της ταινίας συνθέτουν ανάγλυφα και ανατριχιαστικά τον καμβά του επίγειου κολαστηρίου που κτίσαμε για ζήσουν τα παιδιά μας και είναι αβέβαιο αν θα προλάβουν για να βασανιστούν μέσα σ’ αυτό τα εγγόνια μας: «τρυφερότητα – βία –τελικά δεν πήγες και πολύ μακριά – τοξική καταστολή – άνθρωποι κούφια κουκούλια – στείρωση – γελάς πότε πότε – άδειες μήτρες – μόνο εσύ έμεινες – ναυτία – ενέσεις – κανείς δεν θα ξεφύγει από δω μέσα…»

Η συνέχεια επί της οθόνης…

ΜΙΜΗΣ ΤΣΑΚΩΝΙΑΤΗΣ –ΝΕΜΕΣΗΣ